Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρχαρομάνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρχαρομάνα Προφορά: παρχαρομάνα
  1. 1) νεράΐδα που προστάτευε τα παρχάρια και για την οποία όταν έφευγαν από το παρχάρι, άφηναν γαλόψωμο (φέτα ψωμί με βούτυρο) σε καμιά τρύπα των τοίχων της καλύβας 2)τόπος κατάλληλος για εγκατάσταση παρχαρίου, συνώνυμο: παρχαροτόπ' 3) η πρώτη παρχαρέτ'σα που πρωτοστατούσε στη λειτουργία του παρχαριού ήταν η αρχηγός του παρχαριού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. η αρχηγός, η επικεφαλής των γυναικών στο παρχάρ' Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. γυναίκα που πηγαίνει στα παρχάρια και φροντίζει ζώα και καταπιάνεται με την γαλακτοκομία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια