παρχάρης (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παρχάρης
Προφορά: παρχάρης
-
θερινός βιότοπος επάνω στα βουνά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
οροπέδιο με πρασινάδα και κρύα νερά όπου ζουν τα ζώα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης