Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρχάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρχάρ' Προφορά: παρχάρ
  1. θερινός βιότοπος επάνω στα βουνά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. 1) τόπος παραθερισμού 2) ορεινά βοσκοτόπια Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια