Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρχαρέτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρχαρέτ'σα Προφορά: παρχαρέτσα
  1. η γυναίκα (συνήθως μεσοκαιρίτσα) που περιποιόταν στο παρχάρι είκοσι και περισσότερα αγελάδια και άλλα τόσα στείρα με πληρωμή κατά κεφαλήν οποτε τα κτηνοτροφικά προϊόντα (βούτηρο, τσορτάνια, μυζήθρα) ανήκαν στους ιδιοκτήτες των αγελάδων οι οποίοι όμως υποχρεούντο να πληρώνουν το βοσκό, το φόρο (σαΐμ) ή κατ' αποκοπήν. Η παρχαρέτ'σα θα δώσει τόσες οκάδες βούτυρο, τόσα τσιορτάνια και τόση μυζήθρα, οπότε όλα τα έξοδα ήταν δικά της. Λεγόταν και παρχαρομάνα. Στην ποίηση ονομάζονταν και ρομάνα. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Πουλεί την παρχαρέτ'σαν ατ' με το χρυσόν στατέρι.

  2. αυτή που μένει στο παρχάρ' Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια