Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρουσεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παρουσ̌εύω Προφορά: παρουσεύω
  1. συμφιλιώνομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη parushmak

    Παραδείγματα:
    1) Επαρούσ̌εψαν και 'κί θα πάγ'νε σον αγκαλετόν.
    2) Αέτς πα' επαρούσ̌εψαν και εποίκαν την χαράν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια