Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλάκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πλάκα Προφορά: πλάκα
  1. παλάμη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Παίρει και του κοριτσιού το χͮέρι, να ντρανά την πλάκαν ατες.

  2. 1) επιφάνεια πλατειά και επίπεδη 2) η πέτρινη πλάκα 3) η πλάκα του μαθητή 4) το πέλμα της κάλτσας 5) η ανοιχτή παλάμη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαία ελληνική λέξη πλάξ

Παρατηρήσεις - Σχόλια