Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πιστοφόπον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πισ̌τοφόπον
Προφορά: πιστοφόπον
1) πιστόλι μικρό 2) οπισθογεμές όπλο που κατασκευαζόταν επί τόπου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Υποκοριστικό του: πισ̌τόφ'
Παράδειγμα:
Σην σειριάν παιδόπα, σα μέσα τουν πισ̌τοφόπα.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια