άλλοι χρόνοι: Εισέβην - εισβαίνω
Προέλευση:
από το αττικό εμβαίνω που στον αόριστο ακολουθεί το εισβαίνω
<Πιερίων δ' επιβάσα και Ημαθίην ερατεινήν σεύατ' εφ' ιπππόλων Θράκων- αφού πέρασε η Ήρα τα Πιέρια και την έμορφη Ημαθία, πήρε δρόμο και μπήκε στην περιοχή των αλογοτρόφων Θρακών- Ιλιάδος Ξ 226-227>
<Πληρώσας ανδρών εσέβη εις το πλοίον- Ηροδότου Μούσαι 3,41>
< Οι μέν αναγκαστοί εσβάντες... Θουκυδίδη 7,13>
Χρόνοι:
παρατατικός έμπαινα
μέλλοντας θα εμπαίνω
αόριστος εσέβα-εσέβες-εσέβεν
Παράδειγμα:
«Ακόμην 'κ' εσέβαμε κι ερχίνεσεν να υβρίζ' μας!»