Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κοιλιόρφανος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κοιλιόρφανος
Προφορά: κοιλιόρφανος
ο ορφανός από την κοιλιά της μάνας του
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
κοιλόρφανος (ο)
κοιλορφάνιστος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια