Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαβά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαβά Προφορά: χαβά
  1. καιρός οξεία ελονοσία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Ετσ̌άλεψεν ατόν η χαβά. (οξεία ελονοσία)
    2) Εκείνος ξαν’ τη χαβάν ατ’. (εκείνος πάλι το βιολί του, τα ίδια, Ιδίωμα: Κερασούντας)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια