Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φώς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φως Προφορά: φώς
  1. φως 1) φως φυσικό ή τεχνητό2) το φως των ματιών, όραση (μεταφορικά) 3) οφθαλμός (μεταφορικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Βζήσον το φως. (τη λάμπα)
    2) Φως φανερόν. (ολοφάνερο, προφανές)
    3) Είδα φως κι ημέραν. (γλύτωσα από βάσανα και είδα ευτυχισμένες μέρες)
    4) Αεφώς. (το Άγιο Φως)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό φως

Παρατηρήσεις - Σχόλια