Ερμηνεία: χωρίς κοπριά
Προέλευση: από το στερητικό α και το ενά̤ ζω (νά̤ ζω)
Παράδειγμα: Το κεπίν εφέκες ανίαστον.
Αρσενικό: Ενικός: ανίαστος Πληθυντικός: ανίαστοι
Θηλυκό: Ενικός: ανίαστος Πληθυντικό: ανίαστοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανίαστον Πληθυντικός: ανίαστα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.