-
1) βλέπω καλά, δεν βλέπω καλά,
2) δεν διακρίνω
3) τραβώ βάσανα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
παραβλέπω, παραχαιδεύω
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
περιφρονώ, παραχαϊδεύω
1) προσποιούμαι ότι δεν βλέπω
2) βλέπω πολύ καλά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης