Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παρελέπω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παρελέπω Προφορά: παρελέπω
  1. 1) βλέπω καλά, δεν βλέπω καλά, 2) δεν διακρίνω 3) τραβώ βάσανα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Είδες τη νύφεν; Είδα και παρείδα.
    2) Σκοτία έτον και επαρείδα.
    3) Ντο είδα είδα και τ' άλλα πά' επαρείδα.

  2. παραβλέπω, παραχαιδεύω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. περιφρονώ, παραχαϊδεύω 1) προσποιούμαι ότι δεν βλέπω 2) βλέπω πολύ καλά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια