Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρέβγα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρέβγα Προφορά: παρέβγα
  1. ξεπροβόδημα τραπέζι ξεπροβοδήματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα
    Σταυρι.

    Παραδείγματα:
    1) Άλογον πού 'κ' εχͮ', σην παρέβγαν ντ' έργον εχͮ'.
    2) Γυναίκαν κι άλογον που 'κ' εχͮ' σην παρέβγαν ντ' έργον εχͮ';
    3) Εποίκεν τ' όρνα̤ συφάϊ και τα θερά̤ παρέβγαν .

  2. κατευόδωμα, ξεπροβόδισμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κατευόδωμα, προπομπή μετάβαση σε κοντινό παρεκκλήσι για προσκύνηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την προστακτική παρέβγα του ρήματος παρεκβγαίνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια