Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
παράφτε (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παράφτε
Προφορά: παράφτε
1) σιδερένια θήκη επάνω σε τρίποδα, όπου τοποθετούσαν τα δαδία ή το λυχνάρ' ή την λαμπίτσαν (Ματσούκα) 2) ντουλάπα στον τοίχο πλάγι στο στόμιο του φούρνου ή του τζακιού (Σαντά)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Ματσούκας, Σαντάς
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια