παραστράγγαλα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. παραστράγγαλα , 2. παραστράγκαλα
Προφορά: παραστράγγαλα
-
1) πράξεις ανόητες
2) λόγια ασυνάρτητα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ανοησίες
λέω κάτι που δεν πρέπει, λόγια ασυνάρτητα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) ανόητες πράξεις
2) λόγια ασυνάρτητα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μπούρδες
1) ακατανόητες φράσεις
2) ακατάληπτες λέξεις
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου