Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

παραστέκω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παραστέκω Προφορά: παραστέκω
  1. παρακάθημαι στέκω κοντά και υπηρετώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Η Γιορδαμίνα σίτα επαρέστεκεν το λείψανον, εκοιμέθεν.
    2) Ψαλτάδες και δα̤κόπουλα ατά μή παραστέκ'νε.
    3) Κι η κάλη ατ' παραστέκει͜ ατον με το χρυσόν μαντήλιν.

  2. συμπαραστέκομαι σε κάποιον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. προστατεύω, πολιορκώ 1) στέκομαι κοντά σε κάποιον 2) αγρυπνώ κοντά στον νεκρό 3) εκτελώ έργο παραστάτη στον γάμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τον παρακείμενο της αρχαία ελληνικής λέξης παρέστηκα - παρίσταμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια