παραστάτες (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παραστάτες
Προφορά: παραστάτες
-
το μέρος όπου τοποθετούσαν το λυχνάρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
παραστάδα, παράνυμφος, συμπαραστάτης
1) τετράγωνη παράπλευρη δοκός ή κολώνα στο άνοιγμα πόρτας ή παραθύρου
2) αυτός που περιποιείται τους καλεσμένους
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης