Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

παραστάτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παραστάτες Προφορά: παραστάτες
  1. το μέρος όπου τοποθετούσαν το λυχνάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τον ήλεν στεν' ατον λυχνάρ'ι, τον φέγγον παραστάτεν.

  2. παραστάδα, παράνυμφος, συμπαραστάτης 1) τετράγωνη παράπλευρη δοκός ή κολώνα στο άνοιγμα πόρτας ή παραθύρου 2) αυτός που περιποιείται τους καλεσμένους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια