Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παράν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παράν' Προφορά: παράν
  1. αυλάκι ποτίσματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εδέκεν το νερόν σα παρά̤να κι αρδεύ'.

  2. αλία 1) αυλάκι του κήπου 2) όπου γίνεται φύτευση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια