Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παρακουρσεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παρακουρσεύω Προφορά: παρακουρσεύω
  1. κουρσεύω πολύ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση ποιητική

    Παράδειγμα:
    Ας το επαρακούρσεψεν στα αίματα λουσμένος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια