Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παρακαλία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρακαλία Προφορά: παρακαλία
  1. παρακάλεμα, παράκληση όπως παρακαλείς το θεό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Με την παρακαλίαν εγαντούρεψεν τον μεθυσμένον να εβγαίν'.
    2) Εμέν' επαρακάλεσεν, θεού παρακαλίας.

  2. παράκληση, ικεσία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια