παρακαλία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παρακαλία
Προφορά: παρακαλία
-
παρακάλεμα, παράκληση
όπως παρακαλείς το θεό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
παράκληση, ικεσία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης