Ερμηνεία: αυτός που δεν νοικιάστηκε
Προέλευση: από το στερητικό α- και το νοικιάζω
Παράδειγμα: Επέμ'νεν τ' οσπίτ' ανοίκιαστον.
Αρσενικό: Ενικός: ανοίκιαστος Πληθυντικός: ανοίκιαστοι
Θηλυκό: Ενικός: ανοίκιαστος Πληθυντικός: ανοίκιαστοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανοίκιαστον Πληθυντικός: ανοίκιαστα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.