Παραδείγματα - Ερμηνείες:
1) Να κεζιτιρεύω τ' άλογο σ' να κλώθω τα παπούτσ̌α̤ σ'. (Παπούτσι)
2) Παπούτσ̌ια 'κ' επόρ'νεν να έκλωθεν. (Δεν μπορούσε να περάσει λόγο, να αντιλέγει)
3) Το στόμαν ατ'ς εγέντον παπούτσ̌'. (Έχασε τα δόντια της)
Προέλευση:
τουρκική, από τη τουρκική λέξη pabuc
παπούτσ(ι)