Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παπούτς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παπούτσ̌' Προφορά: παπούτς
  1. παππούτσι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Να κεζιτιρεύω τ' άλογο σ' να κλώθω τα παπούτσ̌α̤ σ'. (Παπούτσι)
    2) Παπούτσ̌ια 'κ' επόρ'νεν να έκλωθεν. (Δεν μπορούσε να περάσει λόγο, να αντιλέγει)
    3) Το στόμαν ατ'ς εγέντον παπούτσ̌'. (Έχασε τα δόντια της)

  2. παπούτσι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από τη τουρκική λέξη pabuc

    παπούτσ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια