Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παπίτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παπίτσα Προφορά: παπίτσα
  1. πήλινη χύτρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εσέγκεν τον πετεινόν σην παπίτσαν και εθέκεν ατο απάν' σ' άψουμον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια