Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πάπα (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πάπα Προφορά: πάπα
  1. πατέρας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Χάϊτε ση πάπα μ' τα λα̤να̤κι͜άδας. (Φράση)

Παρατηρήσεις - Σχόλια