Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παντοδύναμος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παντοδύναμος Προφορά: παντοδύναμος
  1. μεταφορικά το χρήμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Είχͮεν και το παντοδύναμον παράς ανάγκην 'κ' είχͮεν.

  2. αυτός που έχει χρήματα με τα οποία κατορθώνει τα πάντα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια