παντοδύναμος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παντοδύναμος
Προφορά: παντοδύναμος
-
μεταφορικά το χρήμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αυτός που έχει χρήματα με τα οποία κατορθώνει τα πάντα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης