Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πανταχούσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πανταχούσα Προφορά: πανταχούσα
  1. εγκύκλιος για είσπραξη πληρωμών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τη Γουμέν' τ' ομολοΐας, τα πανταχούσας, ούλα ατός έγραφτεν.

  2. εγκύκλιο γράμμα εκκλησιαστικής αρχής προς τους πανταχού ή απανταχού Χριστιανούς για διενέργεια εράνου για κοινωφελή σκοπό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια