πανταχούσα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πανταχούσα
Προφορά: πανταχούσα
-
εγκύκλιος για είσπραξη πληρωμών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
εγκύκλιο γράμμα εκκλησιαστικής αρχής προς τους πανταχού ή απανταχού Χριστιανούς για διενέργεια εράνου για κοινωφελή σκοπό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης