Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πανλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πα̤νλα̤εύω Προφορά: πεανλεαεύω
  1. γνωρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη penlemek

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παράδειγμα:
    Έσαν κι άλλ' πολλοί άμα εγώ εσάς επα̤νλά̤εψα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια