Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

παλιοφρουχνιασμένη (η) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: παλιοφρουχνα̤σμένη Προφορά: παλιοφρουχνεασμένη
  1. μουχλιασμένη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση
    ποιητική

    Παράδειγμα:
    Άνοιξον την κασέλα μου την παλιοφρουχνα̤σμένη.

Παρατηρήσεις - Σχόλια