Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φίλεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φίλεμαν Προφορά: φίλεμαν
  1. φίλημα, φιλί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κόρη, το γλυκύν το φίλεμα σ’ να παίρ’ το παλικάρι.

  2. φίλημα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. φίλημα, ασπασμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια