φίλεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φίλεμαν
Προφορά: φίλεμαν
-
φίλημα, φιλί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
φίλημα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
φίλημα, ασπασμός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης