Παράδειγμα: Ετσοκάντζαν ατόν από πισ’ ατουν οξυπόλ’τον και φερτούλ.
Αρσενικό: Ενικός: φερτούλτς Πληθυντικός: φερτούλ'
Θηλυκό: Ενικός: φερτούλαινα Πληθυντικός: φερτούλ'
Ουδέτερο: Ενικός: φερτούλ'κον Πληθυντικός: φερτούλ'κα
Επίρρημα: φερτούλ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.