Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη φιαντλής
Ιδιώμα: Χαλδίας
Παράδειγμα: Η γαρή ατ' φέντλησα, για να σκεπάζ' τη δουλείαν ατ’ς, ερχίνεσεν να βλαστημά.
Αρσενικό: Ενικός: φεντλής Πληθυντικός: φεντλήδες
Θηλυκό: Ενικός: φεντλήσα Πληθυντικός: φεντλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: φεντλίν Πληθυντικός: φεντλία
Επίρρημα: φεντλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.