καταφέρνωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) 'Κ' επορεί να ζαπλαεύ' πέντε άλογα. (καταφέρνω)
2) Πολεμά να ζαπλαεύ' το χωράφι μ' (παίρνω στην κατοχή, Ιδίωμα: Σαντάς)
Χρήση από:
Π. Υψηλάντης
Παράγωγο:
ζαμπλάεμαν
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενεστώτας: ζαπλαεύω
Παρατατικός: εζαπλάευα
Μέλλοντας: θα ζαπλαεύω
Αόριστος: εζαπλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός. εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.