Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολοσύρω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κολοσύρω Προφορά: κολοσύρω
  1. 1) σέρνω κάποιον κατά γης χωρίς να το θέλει 2) κουβαλώ κάποιον μαζί μου αναγκαστικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια