Επιπλέον Ερμηνεία: έχει ελαττώματα γυναίκας
Παράδειγμα: Γυναικωτέ και παλαλέ, πομπή τοί συμπαιδίων.
Αρσενικό: Ενικός: γυναικωτός Πληθυντικός: γυναικωτοί
Ουδέτερο: Ενικός: γυναικωτόν Πληθυντικός: γυναικωτά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, δεν σχηματίζει θηλυκό, εύχρηστο κυρίως στο αρσενικό και το ουδέτερο λόγω σημασιολογίας.