αντιχάρα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. αντιχάρα̤ , 2. αντίχαρα
Προφορά: αντιχάρεα
-
τα δώρα που έδινε η νύφη στα πεθερικά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το γλέντι, σε εφτά μέρες από τον γάμο, στο σπίτι της νύφης (τ' εφτά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης