κοκκινόφορος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κοκκινόφορος
Προφορά: κοκκινόφορος
-
άτακτα τουρκικά στρατεύματα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αυτός που φοράει κόκκινα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης