Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ισιά̤ζω , 2. ισιάζω Προφορά: ισιάζω
  1. ισιώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    κάνω κάτι ίσιο

    Παρατήρηση:
    παθητική ισά̤ουμαι = ισιώνομαι, γίνομαι ίσος

Παρατηρήσεις - Σχόλια