Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισίζης (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ισίζης , 2. ισί͜ης Προφορά: ισίζης
  1. έρημος, ερημικός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    ισίζ (-ης)

    Προέλευση:
    Από το τουρκικό issiz

Παρατηρήσεις - Σχόλια