Ερμηνεία: κάνω κάτι λείο, σιάζω/χαϊδεύω
Ενεστώτας: ιλιαεύω / ιλα̤εύω Παρατατικός: ιλιάευα / ιλά̤ευα Μέλλοντας: θα ιλιαεύω / θα ιλα̤εύω Αόριστος: ιλιάεψα / ιλά̤εψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.