Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιδρωματέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιδρωματέα Προφορά: ιδρωματέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    η οσμή του ιδρώτα

Παρατηρήσεις - Σχόλια