Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θοδωρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θοδωρίζω Προφορά: θοδωρίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    νηστεύω από την πρώτη βδομάδα της Μεγ. Τεσσαρακοστής μέχρι το τέλος της λειτουργίας των προηγιασμένων της Τετάρτης

Παρατηρήσεις - Σχόλια