Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θλιβερός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: θλιβερός Προφορά: θλιβερός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αυτός που προκαλεί λύπη

Παρατηρήσεις - Σχόλια