Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θήμιασμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θήμα̤σμαν Προφορά: θήμιασμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    η πράξη του θημίζειν

Παρατηρήσεις - Σχόλια