Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κολάζω Προφορά: κολάζω
  1. βασανίζω κάνω κάποιον να αμαρτήσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κολάσκουμαι =αμαρτάνω

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα κολάζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια