Ερμηνεία: κάνω αυλάκια
Ποιητικό
Παράδειγμα: Κι όσα του κόσμου τα νερά, εκεί φέρ' αυλακώνει.
Ενεστώτας: αυλακώνω Παρατατικός: ευλάκωνα / αυλάκωνα Μέλλοντας: θα αυλακλωνω Αόριστος: ευλάκωσα / αυλάκωσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.