Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αυλακώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αυλακώνω Προφορά: αυλακώνω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάνω αυλάκια

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Κι όσα του κόσμου τα νερά, εκεί φέρ' αυλακώνει.

Παρατηρήσεις - Σχόλια