πλουγούρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πλουγούρ'
Προφορά: πλουγούρ
-
βρασμένο σιτάρι που το ξέραιναν, το ξεφλούδιζαν (στο τίγκ) το χοντρόκοβαν στο χερόμυλο και τέλος το κοσκίνιζαν για να αφαιρέσουν το αλεύρι ή το πολύ ψιλό. Με το πλουγούρ’ έκαναν πιλάφι ή το έβαζαν σε χορταρικά (βραστή)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)