Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

ποχτσά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποχτσ̌ά Προφορά: ποχτσά
  1. σάλι τετράγωνο κομμάτι υφάσματος στο οποίο διπλώνονται είδη ρουχισμού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. σάλι ύφασμα μέσα στο οποίο διπλώνονται είδη ρουχισμού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη bogca

Παρατηρήσεις - Σχόλια