Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κολάϊ
Ιδίωμα: Οινόης
Παραδείγματα: 1) Ατού το βώλ' τρανό έν' κολάγια ούτς εσκούται. 2) Οτότε κολάγια πιαν τ' οψάρα̤.