Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απευκερώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: απευκερώνω Προφορά: απευκερώνω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    κάνω κάποιον να χάσει την ισορροπία του, παθ. απευκαιρούμαι=ορμώ/ μου ξεφέυγει κάτι

Παρατηρήσεις - Σχόλια